Στο netweek
Σε μια εποχή όπου τα όρια μεταξύ Τηλεπικοινωνιών και πληροφορικής έχουν σχεδόν εξαλειφθεί, η Αναστασία Ψαρά, Head of Telecom της Microbase, κάτοχος MSc Computer Networks και πιστοποίησης SIP SSCA “Elite”, αναλύει στο netweek το νέο τοπίο που διαμορφώνεται. Από τα software-defined οικοσυστήματα και την Τεχνητή Νοημοσύνη, μέχρι τις προκλήσεις των επενδύσεων και το “κενό” στις εξειδικευμένες δεξιότητες, η κ. Ψαρά σκιαγραφεί τη στρατηγική επιβίωσης και ανάπτυξης σε ένα περιβάλλον ραγδαίων αλλαγών.
Κυρία Ψαρά, πώς θα περιγράφατε τη σημερινή κατάσταση στον κλάδο των Τηλεπικοινωνιών; Είναι πλέον κάτι παραπάνω από απλή παροχή δικτύου;
Οι τεχνολογικές εξελίξεις του ευρύτερου κλάδου των Τηλεπικοινωνιών είναι ραγδαίες. Ο μετασχηματισμός που υφίσταται ο κλάδος ξεπερνάει κάθε πρόβλεψη. Κανείς δεν φανταζόταν 15-20 χρόνια πριν, την αλυσιδωτή εξέλιξη: της «συγχώνευσης» Τηλεπικοινωνιών και IT, της εποικοδομητικής επανάστασης που προκάλεσε, και που οδήγησε στο περιβάλλον που ζούμε, το οποίο χαρακτηρίζεται πλέον από τεχνολογικά άλματα.
Η παραδοσιακή διάκριση μεταξύ Τηλεπικοινωνιών και πληροφορικής έχει σχεδόν εξαλειφθεί. Από απλά δίκτυα φωνής και δεδομένων που στόχευαν στη βασική διασύνδεση ανθρώπων και συστημάτων, οι Τηλεπικοινωνίες πέρασαν σε πολύπλοκα, software-defined οικοσυστήματα, όπου η Τεχνητή Νοημοσύνη και η αυτοματοποίηση διαδραματίζουν πλέον κεντρικό ρόλο στην ψηφιακή στρατηγική κάθε σύγχρονης επιχείρησης. Η συνδεσιμότητα, που κάποτε δεν θεωρούνταν δεδομένη ή ακόμα και πολυτέλεια, αποτελεί πλέον κρίσιμη υποδομή υψηλών απαιτήσεων — τόσο σε επίπεδο απόδοσης όσο και αξιοπιστίας. Η συνδεσιμότητα δεν είναι πλέον «υπηρεσία», είναι κρίσιμη υποδομή.
Ποιες είναι οι κύριες προκλήσεις που καλούνται να αντιμετωπίσουν σήμερα οι επιχειρήσεις του κλάδου;
Η νέα αυτή πραγματικότητα συνοδεύεται από έντονες, πολυεπίπεδες και αλληλένδετες προκλήσεις, που επηρεάζουν τόσο την τεχνολογική κατεύθυνση όσο και τη βιωσιμότητα των επιχειρηματικών μοντέλων.
Μια νέα συνθήκη-πρόκληση του νέου αυτού σκηνικού είναι ο διεθνής και χωρίς στεγανά ανταγωνισμός. Δεν προέρχεται πλέον μόνο από παραδοσιακούς τηλεπικοινωνιακούς παρόχους, αλλά και από hyperscalers, cloud providers και εταιρίες λογισμικού που κινούνται πιο γρήγορα, με διαφορετικά cost structures και ισχυρή παρουσία στο customer interface. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη μετατόπιση της αξίας προς τα ψηφιακά services και την εμπειρία χρήστη, ασκώντας πίεση στα παραδοσιακά μοντέλα τηλεπικοινωνιακών παρόχων που είχαν διαχρονικά τοπικό χαρακτήρα.
Την ίδια στιγμή, οι ανάγκες για επενδύσεις παραμένουν υψηλές και διαρκείς. Η ανάπτυξη υποδομών όπως οπτικές ίνες, 5G και μελλοντικά 6G δίκτυα απαιτεί σημαντικά κεφάλαια, με μακροχρόνιο ορίζοντα απόδοσης και αυξημένο ρίσκο, ειδικά σε αγορές με έντονο ανταγωνισμό ή ρυθμιστικές παρεμβάσεις. Συνεπώς, ενώ οι τηλεπικοινωνιακές υποδομές απαιτούν ανάπτυξη σε τοπικό επίπεδο, το όφελος χρήσης αυτών ενισχύει περισσότερο τους διεθνής παρόχους υπηρεσιών.
Πώς επηρεάζει η σύγκλιση Τηλεπικοινωνιών και IT το κομμάτι της εσωτερικής οργάνωσης και των απαραίτητων δεξιοτήτων;
Η αυξημένη πολυπλοκότητα σε επίπεδο αρχιτεκτονικής και λειτουργίας είναι επίσης μια νέα συνθήκη της σύγκλισης Τηλεπικοινωνιών και IT. Τα δίκτυα μετατρέπονται σε δυναμικά, software-driven περιβάλλοντα, όπου η διαχείριση, η διαλειτουργικότητα και η ασφάλεια απαιτούν νέες προσεγγίσεις και εργαλεία.
Και βέβαια η πλήρωση των παραπάνω εξελίξεων απαιτεί εξειδικευμένες δεξιότητες, για τις οποίες υπάρχει κενό. Η ζήτηση για επαγγελματίες με γνώσεις σε τομείς όπως Τηλεπικοινωνίες μέσω δικτύων δεδομένων, υποδομών cloud, Τεχνητής Νοημοσύνης, κυβερνοασφάλειας και network automation ξεπερνά την προσφορά, ενώ ταυτόχρονα οι υπάρχουσες ομάδες καλούνται να προσαρμοστούν σε νέα μοντέλα λειτουργίας και τεχνολογίες για τα οποία δεν έχουν εκπαιδευτεί και παρουσιάζουν αυξημένη πολυπλοκότητα και υψηλό learning curve. Εξίσου κρίσιμος παράγοντας είναι η οργανωσιακή κουλτούρα.
Πολλοί οργανισμοί δυσκολεύονται να υιοθετήσουν agile τρόπους εργασίας, να επιταχύνουν τη λήψη αποφάσεων και να ενσωματώσουν
την καινοτομία στην καθημερινή λειτουργία.
Πέρα από τα τεχνικά ζητήματα, υπάρχουν και εξωγενείς παράγοντες που δυσκολεύουν το στρατηγικό σχεδιασμό;
Σίγουρα. Είναι βέβαιο ότι οι επιχειρήσεις λειτουργούν μέσα σε ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας. Η γεωπολιτική αστάθεια, οι αλλαγές στα κανονιστικά πλαίσια, οι απαιτήσεις για προστασία προσωπικών δεδομένων και η ανάγκη για διαφάνεια στη χρήση τεχνολογιών, όπως η Τεχνητή Νοημοσύνη, προσθέτουν επιπλέον επίπεδα πολυπλοκότητας στον στρατηγικό σχεδιασμό. Σε αυτό το πλαίσιο η πρόκληση δεν είναι μόνο τεχνολογική. Είναι βαθιά επιχειρηματική: πώς ένας οργανισμός επενδύει σωστά, προσαρμόζεται έγκαιρα και παραμένει ανταγωνιστικός σε ένα περιβάλλον που αλλάζει συνεχώς.
Όσον αφορά τους κινδύνους, πού θα πρέπει να εστιάσουν την προσοχή τους οι διοικήσεις των εταιριών;
Σε ένα τόσο δυναμικό περιβάλλον οι κίνδυνοι δεν είναι πάντα προφανείς. Η εξάρτηση από πολύπλοκες ψηφιακές υποδομές αυξάνει την επιφάνεια επιθέσεων, καθιστώντας την κυβερνοασφάλεια κρίσιμο παράγοντα επιβίωσης. Ταυτόχρονα, η ενσωμάτωση της Τεχνητής Νοημοσύνης εγείρει ζητήματα διακυβέρνησης, διαφάνειας και συμμόρφωσης. Η καθυστερημένη προσαρμογή σε νέες τεχνολογίες μπορεί να οδηγήσει σε σημαντικό ανταγωνιστικό μειονέκτημα.
Ας περάσουμε στο θετικό σκέλος. Ποιες είναι οι ευκαιρίες που αναδύονται μέσα από αυτή την εξέλιξη;
Όπου υπάρχουν προκλήσεις, υπάρχουν και ευκαιρίες! Ιδιαίτερα για τις επιχειρήσεις που αξιοποιούν στρατηγικά τις σύγχρονες τηλεπικοινωνιακές υποδομές.
Η αναβαθμισμένη συνδεσιμότητα και η ευφυΐα των δικτύων επιτρέπουν στις επιχειρήσεις να λειτουργούν πιο αποδοτικά, με καλύτερο έλεγχο κόστους και μεγαλύτερη ευελιξία. Η αυτοματοποίηση διαδικασιών, η βελτιστοποίηση λειτουργιών και η αξιοποίηση δεδομένων σε πραγματικό χρόνο μεταφράζονται άμεσα σε επιχειρησιακή αξία. Αξία, η οποία φτάνει στον πελάτη μέσα από τη σημαντικά βελτιωμένη εμπειρία του.
Υπηρεσίες με υψηλή διαθεσιμότητα, χαμηλή καθυστέρηση και αυξημένη αξιοπιστία ενισχύουν την ικανοποίηση των πελατών (CSAT) και την πιστότητά τους (Loyalty), δημιουργούν έντονο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα και ισχυροποιούν ταυτόχρονα το brand name της επιχείρησης.
Πώς βλέπετε να διαμορφώνεται η σχέση με τον τελικό χρήστη και ποιες νέες εφαρμογές “ξεκλειδώνουν”;
Η δυνατότητα επεξεργασίας δεδομένων πιο κοντά στον τελικό χρήστη (edge computing), ανοίγει τον δρόμο για νέες εφαρμογές σε κλάδους όπως η βιομηχανία, το retail και οι υπηρεσίες. Use cases που απαιτούν άμεση απόκριση — όπως real-time monitoring, αυτοματισμοί ή immersive εμπειρίες — γίνονται πλέον εμπορικά βιώσιμα.
Ταυτόχρονα, τα σύγχρονα τηλεπικοινωνιακά μοντέλα επιτρέπουν στις επιχειρήσεις να υιοθετούν πιο ευέλικτες και scalable υποδομές, χωρίς την ανάγκη μεγάλων upfront επενδύσεων. Αυτό διευκολύνει την καινοτομία, μειώνει το ρίσκο και επιταχύνει το time-to-market για νέα προϊόντα και υπηρεσίες. Ως μεγίστης σημασίας ευκαιρία χαρακτηρίζεται η αυξημένη αξιοπιστία και ασφάλεια των δικτύων που δίνει τη δυνατότητα σε οργανισμούς να ψηφιοποιήσουν κρίσιμες λειτουργίες, να υποστηρίξουν υβριδικά μοντέλα εργασίας και να επεκτείνουν τη δραστηριότητά τους σε νέες αγορές με μεγαλύτερη σιγουριά.
Κλείνοντας, ποιο είναι το “κλειδί” για την επιτυχία στην επόμενη ημέρα των Τηλεπικοινωνιών;
Η επιτυχία στον σύγχρονο τηλεπικοινωνιακό κλάδο δεν θα κριθεί μόνο από την τεχνολογία, αλλά από την ικανότητα των οργανισμών να προσαρμόζονται.
Η ενσωμάτωση αντιμετώπισης κινδύνων και προκλήσεων στον πυρήνα της στρατηγικής, η επένδυση στους ανθρώπους και στις δεξιότητές τους, καθώς και η υιοθέτηση σύγχρονων εργαλείων αποτελούν βασικές προϋποθέσεις.
Επίσης, η παράλληλη προληπτική προσέγγιση σε θέματα κανονιστικής συμμόρφωσης και ασφάλειας, σε συνδυασμό με τον σχεδιασμό υπηρεσιών με γνώμονα την ιδιωτικότητα, δεν είναι πλέον επιλογή αλλά αναγκαιότητα.
Ο κλάδος των Τηλεπικοινωνιών βρίσκεται σε μια κρίσιμη αλλά συναρπαστική καμπή. Όσοι καταφέρουν να ισορροπήσουν ανάμεσα στην καινοτομία και τη διαχείριση ρίσκου, δεν θα ακολουθήσουν απλώς την εξέλιξη — θα τη διαμορφώσουν.

